Τρίτη, 4 Ιανουαρίου 2011

Η παρηγοριά

Ήταν μεγάλη η νύχτα κι εγώ μικρή.
Φως πουθενά κι η γη τραχιά και άγνωστη.
Δεν έβλεπα, δεν ήξερα προς τα πού να τραβήξω.
Φοβόμουν και κρύωνα.
Σε κρατούσα σφιχτά από το χέρι όμως.
Αυτό ήταν όλη μου η παρηγοριά.
Όλη μου η περιουσία ήταν αυτό το χέρι.

Σου μιλούσα χωρίς να απαντάς.
Μάλλον δεν ήξερες τι να μου πεις.
Μου έφτανε που με άκουγες.
Ίσως μου έφτανε που άκουγα εγώ η ίδια τη φωνή μου.

Και το χέρι σου
Τι κρύο που ήταν!
Ήταν όμως κρύα κι η νύχτα
Κι άλλωστε....
Μπορεί κι εσύ να φοβόσουν
Να αγωνιούσες
Δεν το 'λεγες όμως, μη με τρομάξεις.

Περπατούσαμε λοιπόν 
μικρή εγώ, γατζωμένη
σ ' αυτό το χέρι που με οδηγούσε
μιλώντας χωρίς νόημα
έτσι απλώς για να μιλώ.
Σκοντάφτοντας...

Όταν εχάραξε
έβαλα τα χέρια βαθιά μέσα στις τσέπες μου.

Θα' ταν αλλόκοτο το δίχως άλλο
να περπατώ κρατώντας σφιχτά στη χούφτα μου
ένα κομμένο χέρι...

2 σχόλια:

  1. Ευτυχώς αυτά τα χέρια χωράνε παντού....

    :-))

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ακανόνιστη: Είναι και διαθέσιμα όποτε τα χρειάζεσαι...

    ΑπάντησηΔιαγραφή