Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2009

Κυριακάτικο ξύπνημα

Το κουδούνι χτύπησε μια Κυριακή πρωί, τα παιδιά άνοιξαν χωρίς να ρωτήσουν- αναγκάστηκα να σηκωθώ να δω ποιος ήταν.
Το παληκάρι με τις εφημερίδες σαν παλτό στο απλωμένο του μπράτσο, μου χαμογέλασε και είπε καλημέρα. Ντράπηκα για τη νυσταγμένη μου όψη, πήρα την εφημερίδα. "Ακόμα το κάνουν αυτό!", εξεπλάγην. Ξαφνικά τα είκοσι χρόνια που με χωρίζουν από τη φοιτητική μου ζωή έγιναν πολύ βαριά στους ώμους μου και σα να έχασα μερικούς πόντους ύψος.
Τότε ένιωθα θαυμασμό για τους φίλους μου που έδειχναν τέτοια αφοσίωση στα κοινά και θυσίαζαν ώρες διασκέδασης ή/και ξεκούρασης, κοπιάζοντας για έναν σκοπό. Η αυτοπειθαρχία έγινε έκτοτε μια αρετή που προσπαθώ να αποκτήσω και να καλλιεργήσω στα παιδιά μου. Η κοινωνική συνείδηση είναι ακόμη μια. Ίσως η βασικότερη όλων.
Ο καφές μου είχε μια πίκρα εκείνο το πρωί καθώς κατάπινα τις τύψεις για την αδράνεια στην οποία έχω περιπέσει. Γερνάμε συμβιβασμένοι, γατζωμένοι στις ζωούλες μας, στα αγαθά μας, κοιμόμαστε ήσυχοι, χωρίς να φοβόμαστε ότι μια μέρα οι ορδές των πεινασμένων θα χυμήξουν να μας φάνε και θα έχουν δίκιο...
Το κουδούνι χτύπησε μια Κυριακή πρωί μέσα στο κεφάλι μου και ξύπνησε την έφηβη που ήμουν κάποτε και ήθελε να αλλάξει τον κόσμο.

"Φίλε, αν νομίζεις πως δεν ήρθα πάλι αργά δείξε μου κάποιο δρόμο.
Εσύ που ξέρεις τουλάχιστον πως γυρεύω ένα τίποτα για να πιστέψω πολύ και να πεθάνω"
(Μ. Αναγνωστάκης)

2 σχόλια:

  1. Και μετά;
    Τι έγινε;
    (η έφηβη)


    Ξανακοιμήθηκε;

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Μπορείτε να το πείτε κι έτσι... (Αν και της τραβάμε κάτι χαστούκια που και που).

    ΑπάντησηΔιαγραφή